Μία ακόμη νοσηλεύτρια, η δεύτερη του Νοσοκομείου Δράμας, χάνει την ζωή της από τον κορωνοϊό, βυθίζοντας στο πένθος τα συγγενικά της πρόσωπα, τους συναδέλφους της και ολόκληρη την πόλη, καθώς ήταν ιδιαίτερα αγαπητή.

Η ανοιχτόκαρδη και προσιτή σε όλους Σοφία Καραγκιοζίδου 59 ετών, με την ξεχωριστή ζωντάνια και το χαμόγελο στα χείλη καταχωρήθηκε ως το δεύτερο θύμα του νοσοκομείου της Δράμας που χάνει τη ζωή του αυτό το διάστημα της πανδημίας.

Είχε προηγηθεί η 52χρονη Άννα Αμβροσιάδου, μια ακόμη εξαίρετη νοσηλεύτρια. Στη λίστα των θυμάτων συγκαταλέγονται και οι σύζυγοι δυο εργαζομένων στο νοσοκομείο, μιας καθαρίστριας και μιας διοικητικής υπαλλήλου, ανεβάζοντας το συνολικό αριθμό στους τέσσερις νεκρούς μέχρι στιγμής.

Η Σοφία Καραγκιοζίδου με 35ετή πείρα, έχοντας υπάρξει προϊστάμενη στη Μονάδα Καρδιάς του Γενικού Νοσοκομείου Δράμας, κατέληξε έπειτα από 10 μέρες στη ΜΕΘ του νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης, όπου είχε διακομιστεί καθώς η υγεία της χειροτέρευε μέρα με τη μέρα.

«Ο φόβος της ήταν να μην διασωληνωθεί» ανέφερε στο protothema.gr ο εκπρόσωπος των εργαζομένων του Γενικού Νοσοκομείου Δράμας, Ιωάννης Παπαδόπουλος. «Δυστυχώς διασωληνώθηκε στο νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης κι εκεί ο οργανισμός δεν την άντεξε» προσθέτει.

Υπάρχουν στιγμές σαν κι αυτή, που ο χρόνος αυτόματα παγώνει, λένε οι νοσηλευτές.

Απερίγραπτες στιγμές πόνου

Μπορεί οι γιατροί και το νοσηλευτικό προσωπικό που βρίσκονται στη πρώτη γραμμή του πολέμου με αυτό τον ύπουλο και αόρατο εχθρό να έχουν αποκτήσει «ανοσία» απέναντι στις απότομες και έντονες εναλλαγές συναισθημάτων, όντας αναγκασμένοι να εργάζονται υπό αδιανόητα δύσκολες συνθήκες, σαν να πρόκειται για αυτόνομα μετακινούμενα ρομπότ ειδικά τον τελευταίο μήνα με τις αυξανόμενες εισαγωγές περιστατικών, αλλά οι στιγμές του πόνου είναι απερίγραπτες, όταν φεύγει από κοντά μας ένα αγαπημένο πρόσωπο.

Πώς να διαχειριστείς το συναίσθημα της απώλειας ενός ανθρώπου με τον οποίο συνυπήρχες για περισσότερο από 30 χρόνια μέσα στον ίδιο χώρο; διερωτώνται συνάδελφοί της Σοφίας Καραγκιοζίδου.

Είχε μόλις προλάβει να γίνει γιαγιά, λίγο πριν νοσηλευτεί στο νοσοκομείο της Δράμας.  Κατάφερε να δει το εγγόνι της από κοντά, αν και η μητέρα του, δηλαδή η κόρη της, όπως και το νεογνό διαγνώστηκαν με Covid-19. Όταν έφτασε η ώρα να κάνει εισαγωγή στο νοσοκομείο, τους αποχαιρέτησε με το γνωστό της διάπλατο χαμόγελο της, υποσχόμενη να επιστρέψει γρήγορα πίσω τους, γερή και δυνατή για να βοηθήσει την κόρη της και να χαρεί το εγγόνι της.
Ονειρευόταν να ζήσει όλες εκείνες τις πρώτες κατακτήσεις: την πρώτη φορά που θα το κρατήσει στην αγκαλιά της, την πρώτη φορά που θα το δει να περπατάει και την πρώτη φορά που θα το ακούσει να λέει «γιαγιά».

Μέσα στον θάλαμο, απολάμβανε εικόνες και βίντεο που της έστελνε η κόρη της στο κινητό της τηλέφωνο και για να την εμψυχώσει. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι γιατροί ζητούν από τους συγγενείς των νοσηλευομένων να επικοινωνούν μαζί τους στα κινητά τηλέφωνα, να τους μιλούν και να τους λένε πόσο τους αγαπούν, παρόλο που εκείνοι συνήθως δεν μπορούν να απαντήσουν, ειδικά όσοι λαμβάνουν υποστήριξη με οξυγόνο. H επικοινωνία με τους δικούς τους ανθρώπους επιδρά σημαντικά στην ψυχολογία τους και τους βοηθάει.

Οι μέρες περνούσαν όμως η κατάσταση της υγείας της, δυστυχώς, πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Χωρίς σοβαρό υποκείμενο νόσημα, όπως λένε συνάδελφοι της, μόνο χάπια για την πίεση λάμβανε.

Κάποια στιγμή, όταν τα πράματα χειροτέρεψαν, κρίθηκε αναγκαία η μεταφορά και εισαγωγή της σε ΜΕΘ νοσοκομείου αναφοράς για τον κορωνοϊό. Την δεδομένη χρονική στιγμή ελεύθερη ΜΕΘ διέθετε το νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης. Έδωσε την μάχη της, όμως δεν τα κατάφερε καθώς ο ιός προκάλεσε σοβαρές επιπλοκές στον οργανισμό της. Κι έτσι σήμερα μια ολόκληρη πόλη πενθεί.